Tales from the Darkside

La vie en roses

La vie en roses 

The gypsy girl entered the bar holding a basket of white roses. She was an exception. The bar owner never let people like her into his “pretty little place”. But she was different, a crowd pleaser, flirting with men, friendly with women.

The young lawyer noticed her long black hair and her slender silhouette. Her moves were like a silent dance. He wandered why she chose white roses instead of red or pink like the one other gypsy women were selling on the streets.

Her name was strange too: Ariadne. She said that most people in her tribe had ancient Greek names. One night, they let her dance on the bar. That’s when the lawyer fell for her. He was tiered of women having one thing in mind, marriage, and he was a good catch.

They made love that night. He was so drunk that he took her to his flat, although his friends warned him about her. Within a week, Ariadne moved in. She said that they had to live every moment of happiness.

They threw a party to celebrate their union. He got drank and was throwing up all night…


He was an upper class spoiled brat. She felt the desire to let him take her right there on the bar. He was different than the guys she knew, the ‘real world men’. Or like the clients of the bar who were sneaking money into her clothes so that she would secretly do things for them. But this one was sweet and at the same time, nasty and sexy.

She left her big family to move in with him. Her grand mother looked at her with dark eyes. One of her sisters saw in the cards that she was going to have two kids. She dreamed of a blond boy and a girl with dark hair. She hated fair women but it would be nice to have a blond son like him.

She was strolling around the big rooms in his flat, like a kid in an amusement park. They threw a party to celebrate their union. She danced all night, they way only she knew how…

Black and white roses

He could not stand her any more, behaving like an animal in a cage. She was making a mess on his life. His mother was threatening with suicide. To his friends, he was a lost case. His work was not going well either. One night, there was an explosion. They fought hard. She shouted, cried and embarrassed him in the neighborhood. He wanted her out but he could not say the words. What would she do? Set the place on fire? Scream even louder? Kill her self? Or rather have her gypsy brothers kill him?


She woke up. It was past noon. Her body ached as she slowly walked to the bathroom. She felt weak and defeated. She remembered her sister’s cards reading. Two children.

She put on her gypsy dress, the one she was wearing the night she first came in his place. She left all the clothes he bought her in the closet. They were not hers anyway. But she took his laptop and all the money from on his desk, although he did not leave much, probably on purpose. He was always suspicious of her. All though she never intended to do it, now she had a reason.

She closed the door behind her and straight home. Her grand mother rushed to her. Her mother was mad with anger when she saw the bruises on her face. She wanted to go and rip his eyes off. She stopped her.

Ariadne got married the next year. She had two children, a boy and a girl. Her son was just like his father. Her daughter had her long black hair. When she was fourteen, she dyed it blond. “You should do that too mama,” she said, “you’ll look younger.”

Black Roses

He was having drinks with Christina. He had just proposed the night before and his mother was thrilled. Christina had studied art history in London and now was working in a gallery down town.

And then she entered in the bar.

In the beginning, he did not recognize her. How come they let a gypsy in this place? As she approached them, he noticed the white roses in her basket. She had changed, gained weight and dyed her hair a cheap blond color.

He felt a cold chill fearing she would great him in front of Christina, or even worst, make a scene…

Ariadne stopped. She gave him one look. Then left.


Teddy bears: Protecting innocent children from night’s terrors

I've met mine when I had parotitis, in the elementary school.

I’ve met mine when I had parotitis, in the elementary school.

Mine is the original Winnie The Pooh, before Disney changed him. He kept me company and protected me from night’s terrors. Ever since, he lives in my bedroom. He moved with me to different countries in the world. Children loved and still love him because of his used looks from so many hugs.

He survived difficult situations, one of those was a brutal attack of our bitch Elsa (a real bitch in fact). He stood by me in hard times and moved to Greece with me when I took my divorce and left the US.

When I was a child my teddy bear was the shield that kept away the fantoms and the horror of the night. His presence kept me calm. Today, he has a special place in my closet. And he is always there for me to hold him tight, every time I need him.

Λούτρινα: Η ασπίδα στους φόβους της νύχτας

Τον λένε Λούλου Πουφ, η ελληνική μετάφραση του Winnie The Pooh, πριν τον αναλάβει η Disney. Μου έκανε παρέα κάθε βράδι από το δημοτικό. Από τότε μένει στο δωμάτιό μου. Μετακόμισε μαζί μου σε διάφορες χώρες του κόσμου. Ασκούσε και εξακολουθεί να ασκεί τεράστια γοητεία στα παιδάκια, έτσι όπως είναι λειωμένος από τις πολλές αγκαλίτσες.

Επιβίωσε από τεράστιες κακουχίες όπως η επίθεση – ξεκίλιασμα της Έλσας σκύλας (όνομα και πράγμα) που είχαμε στην οικογένεια. Τι σοκ και αυτό, μπαίνω στο δωμάτιό μου και βλέπω στο πάτωμα σκορπισμένα άχυρα και ανάμεσά τους το κεφάλι του Λούλου Πουφ… Από τότε φοράει μία ολόσωμη μωβ φόρμα που ήτανε μία γκέτα που φόραγα στο μπαλέτο για να ζεσταίνονται οι γάμπες. Αυτά έγιναν στα 70s. Στο τέλος των 80s μου συμπαραστάθηκε στο διαζύγιό μου και μετά ήρθε μαζί μου στην Ελλάδα από την Αμερική.

Όταν ήμουνα μικρή, ο Λούλου Πουφ ήταν η ασπίδα που έδιωχνε μακριά τα φαντάσματα και τις αγριάδες της νύχτας. Η παρουσία του με ηρεμούσε. Σήμερα έχει τη δική του ξεχωριστή θέση στη ντουλάπα μου. Και είναι εκεί για να τον σφίγγω στην αγκαλιά μου, κάθε φορά που τον έχω ανάγκη.


Έγκλημα στο Κολωνάκι

Anna Vrissi 6

Το ταγιεράκι είναι Carla G. Τα υπόλοιπα πάλι όχι.

Πρόσεχε πώς θα ντυθείς και όλα τα ρούχα που θα φορέσεις, γιατί αν λυποθημήσεις και φανεί το βρακί σου θα γίνεις ρεζίλι*

*Αρχαία Κινέζικη παροιμία

Δεν μπορεί να μην σας έχει συμβεί να βγαίνετε στο δρόμο, όσο πιο άσχετα ντυμμένη, έλα μωρέ ποιος θα σας δει τώρα, και τότε Ω του θαύματος, συναντάτε τα πιο απίθανα άτομα, ακριβώς τη στιγμή που δεν πρέπει να σας δουν. Αναφέρω ένα τραγικό παράδειγμα, προς αποφυγή βέβαια.

Τρίτη βράδι, Αύγουστος, ζεσταίνομαι και βαριέμαι που ζω. Πεινάω αλλά το ψυγείο είναι σχεδόν άδειο, χωρίς τις έτοιμες λύσεις (βλέπε ταπεράκι μανούλας). Αποφασίζω να πεταχτώ στο σουβλατζίδικο απέναντι, δύο λεπτά δρόμος από την εξώπορτα της πολυκατοικίας μου.

Βαριέμαι και να αλλάξω ρούχα. Η Αθήνα άδεια, σιγά μη με δει άνθρωπος. Μόνο τα ποντίκια (έχω δει ένα θεόχοντρο αρουραίο στο Κολωνάκι, μάρτυρες η Μαρία και η Τόνια).  Με αυτό το σκεπτικό, κατεβαίνω στο δρόμο με τα εξής:

Ολόσωμη ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ φόρμα που είχε ξεμείνει από τα χρόνια της Αμερικής (δηλαδή αιώνες πριν). Είναι πολύ βολική για μέσα στο σπίτι, με μαλακό ύφασμα, βαμβακερή και δροσερή. Μέχρι εδώ καλά. Όμως με αυτή τη συγκεκριμένη φόρμα η αδερφή μου με είχε αποκαλέσει ΜΠΟΖΟ. Και για να συμπληρωθεί το λουκ φοράω και πορτοκαλί crocs που ήταν οι αγαπημένες μου αναπαυτικές παντούφλες για μέσα στο σπίτι, χειμώνα-καλοκαίρι. Περιττό να πω άβαφη, ξεμαλλιασμένη, κλπ, κλπ.

Εκεί λοιπόν που ως Μπόζο πηγαίνω στο σουβλατζίδικο για να πάρω μία σαλάτα (ναι, είμαι η γραφική της περιοχής αλλά το μόνο καλό που έχει είναι το salad bar) ακούω μια δυνατή φωνή να με καλεί με το όνομά μου.

Όχι, δεν είναι δυνατόν να με δεί γνωστός σε αυτή την εμφάνιση, μόνο το παιδί στο ταμείο του σουβλατζίδικο για 2 λεπτά και με το κεφάλι σκυμμένο. Κάνω ότι δεν άκουσα. Όμως η φωνή επιμένει. Και επιμένει. Αν δεν γυρίσω θα με ακούσει όλη η Αθήνα.

Και γυρίζω.

Είναι η ελληνο-ιταλίδα φίλη μου, μία από τις πιο κομψές γυναίκες που έχω γνωρίσει. Όποτε και να τη δω, οποιαδήποτε ώρα της μέρας, σε οποιαδήποτε διάθεση, με οποιαδήποτε ρούχα είναι ΠΑΝΤΑ περιποιημένη και προσεγμένη. Τώρα την πετυχαίνω ως Μπόζο. Και το χειρότερο:

Δεν είναι μόνη.

Ω ναι… Συνοδεύεται από τον ΚΟΥΚΛΟ Ιταλό ξάδερφό της που ήρθε στην Ελλάδα για δύο μέρες. Και θέλει να με συστήσει, εμένα την καλή της φίλη για την οποία τόοοοσα του έχει πει.

Εεεεε γειά σας, χαίρω πολύ, γεια σας τώρα.

Εεεεε γειά σας, χαίρω πολύ, γεια σας τώρα.

Γιατί Θέε μου, γιατί. Ταπεινή και καταφρονεμένη, με τα ματάκια κάτω χαιρετώ τον κούκλο Ιταλό. Πόσο χαίρομαι για τη γνωριμία δε, είναι το κάτι άλλο. Το μαρτύριό μου δεν τελειώνει εδώ. Δεν υπάρχει έλεος.

«Πας για σουβλάκια; Κι’ εμείς το ίδιο. Έλα να φας μαζί μας, δεν δέχομαι αντίρρηση», είπε η φίλη μου και μου’ρθε να της κόψω μια τσιμπιά με όλη μου τη δύναμη αλλά στεκόμουνα σε απόσταση.

Έτσι πέρασα ένα δράμα σκοτεινό, στα μέσα του Αυγούστου παντού είναι νέκρα, έτυχε ειδικά αυτό το βράδι, ειδικά σε αυτό το δρόμο και ειδικά σε αυτό το σουβλατζίδικο να παρελάσουν όσοι Έλληνες και ξένοι τουρίστες βρισκόνταν στην Αθήνα και να δουν δύο υπέρκομψα άτομα να τρώνε σουβλάκια μαζί με το κουρδιστό πορτοκάλι. Εμένα.


Ο Δράκος και η Μαύρη Χήρα

Ό,τι δεν μπορείτε να κάνετε στη ζωή, το κάνετε στη σφαίρα του φανταστικού. Βοηθάει, σαν να βλέπετε μία ωραία ταινία με θέμα τη ζωή μιας πριγκίπισσας. Εντάξει, δεν είστε η πριγκίπισσα αλλά λίγη ώρα φαντασίωση κάνει καλό στην υγεία. Σας δίνω μία πολύ ωραία ιδέα:

Η Μαύρη Χήρα

Είστε μαυροντυμένη σέξυ χήρα. Ο Δράκος είναι ο αρχηγός της Μαφίας που σκότωσε τον άντρα σας. Τώρα σας επισκέπτεται με στόχο να σας βιάσει και μετά να σας κόψει κομματάκια και να σας πετάξει στους σκύλους του για τροφή. Εσείς τον περιμένετε, με μαύρο φόρεμα, αβυσαλέο ντεκολτέ, ζαρτιέρες, θανατηφόρο τακούνι.

Go on, make my day.

Ο Δράκος έρχεται, χαμογελά με το σίγουρο σαρδώνιο χαμόγελο του νικητή. Εσείς ανάβετε τσιγάρο, το ρουφάτε με τα κατακόκκινα χείλη σας και του φυσάτε τον καπνό στη μούρη. Ο Δράκος βήχει γκουχ-γκουχ.

I’m staying focused.

Του προσφέρετε ουίσκι. Κάθεστε στον καναπέ και βγάζετε μπούτι. Τα μάτια του Δράκου έχουν πεταχτεί έξω, σαν μικυ μάους. Εσείς βασανιστικά, σκύβετε να πιάσετε το σκουλαρίκι που σας έπεσε. Ο Δράκος ορμάει…

Άτακτο αγόρι.

Αλλά, το ποτό με το φαρμακερό φάρμακο της ακινησίας λειτουργεί και ο Δράκος παραλύει ανάμεσα στον καναπέ και στο πάτωμα, κοκκαλωμένος. Με το χέρι τεντωμένο προς το μπούτι, και τα εξόφθαλμος.

Petrificus Totalus
Petrificus Totalus

Εσείς σηκώνεστε με νωχελικές κινήσεις. Τον περιλούετε με σπρέη που τον παγώνει και τον μεταμορφώνει σε άγαλμα. Έτσι, σαν τον Μαρμαρωμένο Βασιλιά τον μεταφέρετε στο συντριβάνι του κήπου σας. Οι καλεσμένοι έρχονται στη βραδινή δεξίωση στη μνήμη του μακαρίτη του συζύγου. Πίνουν σαμπάνια και αναρωτιούνται ποιος διάσημος καλλιτέχνης φιλοτέχνισε αυτό το υπέροχο άγαλμα.

Monica-red lips
You never know how much you can get away with, until you try it.

Εσείς χαμογελάτε στο φακό, και κλείνετε το μάτι στους θεατές.

The End


Ένα άγριο σκυλί γαυγίζει στην ερημιά

Ένα ωραίο πρωϊνό του Σαββάτου πήγαμε στο Γαλατά, απέναντι από τον Πόρο, να επισκεφθούμε την καλή μας φίλη Αλεξ, η αδερφή μου, η σκυλίτσα της κι’ εγώ. Η σκυλίτσα είναι χαρωπή και φουντωτή, ‘μαλλί και κόκκαλο’. Το όνομά της θυμίζει διάσημη αγγλίδα σταρ (αλλά δεν βγήκε από αυτή).

Στη διαδρομή είχε στροφές, η φουντωτή-αγγλίδα-σταρ ζαλιζότανε και μας ζάλισε τα σερβίτσια (σύμφωνα με την κομψή έκφραση που κληρονόμησα από τον μπαμπά). Μετά από πολλές στάσεις για να ξεζαλιστεί η σταρ, κατορθώσαμε να φτάσουμε στα δωμάτια στο Γαλατά, σε μια ερημική χειμωνιάτικα παραλλία. Εκεί μας περίμενε

η Κλάρα.

Ένα αγενέστατο τσοπανόσκυλο, φόβος και τρόμος της περιοχής, που καμία σχέση δεν είχε με τους καλούς τρόπους της φουντωτής-αγγλίδας-σταρ. Ούρλιαζε γύρω από το αυτοκίνητο και μας έδειχνε τα αιμοβόρα δόντια της. Η αδερφή μου είχε αγχωθεί, ενώ η φουντωτή-αγγλίδα-σταρ έτρεμε, από τα νεύρα της που δεν μπορούσε να βγει και να σκίσει την Κλάρα (ερμηνεία της αδερφής μου).

Oh Clara, you have no manners at all.

Oh Clara, you have no manners at all.

Μάζεψα τα κομμάτια μου, όσο θάρρος και ψυχραιμία μου είχε απομείνει. Κατέβηκα από το αυτοκίνητο και ενώ η Κλάρα ωριότανε δίπλα μου έψαξα να βρω την ιδιοκτήτρια των δωματίων.

Την βρήκα. Τηγάνιζε πατάτες.

«Σας παρακαλώ, μπορείτε να μαζέψετε το σκυλάκι και να μας πάτε στα δωμάτια;»

«Μετά. Τώρα τηγανίζω πατάτες.»

Περιμένοντας υπομονετικά να τηγανίσει τις πατάτες της, ενώ η Κλάρα ούρλιαζε να μας κατασπαράξει και η φουντωτή-αγγλίδα-σταρ έδειχνε φανερά σημάδια ανυπομονησίας, σκέφτηκα να τολμήσω να πω ΟΥΣΤ βρωμόσκυλο. Τελικά κατέληξα ότι δεν άξιζε τον κόπο να τσακωθώ, καθώς η Κλάρα φερόταν με αέρα καθαρά ιδιοκτήτριας όχι μόνο του χώρου αλλά και όλου του Γαλατά.

(Στο εξής, όποτε φίλος της Άλεξ έμενε στα δωμάτια αυτά και τη ρώταγες που μένει ο τάδε, αυτή απαντούσε ‘Στης Κλάρας’.)

Όταν τηγανίστηκαν οι πατάτες, εδέησε η κυρία να μας πάει στα δωμάτια, υπό τους ήχους της Κλάρας που μας συνόδευε δαγκώνοντας τα σακβουαγιάζ που βάζαμε μπροστά της για αντιπερισπασμό. Δεν περιγράφω το μαρτύριο του πήγε-έλα την επόμενη μέρα. Μόνο λέω, ότι η φουντωτή-αγγλίδα-σταρ μεταφέρθηκε στην αγκαλιά της αδερφής μου, ενώ η Κλάρα της κατασπάραζε το τζην και εγώ σκεφτόμουνα αν θα πω ΟΥΣΤ βρωμόσκυλο ή θα φύγω για την Αθήνα. Το βράδι όταν επιστρέψαμε, κλειδαμπαρωθήκαμε στα δωμάτια. Δεν βγαίναμε ούτε για τουαλέτα. Το μπάνιο ήταν έξω και η Κλάρα ούρλιαζε σαν λυκάνθρωπος σε πανσέληνο.

Το πρωί που επιτέλους θα φεύγαμε, είχα βάλει ξυπνητήρι στις 8. Πεταχτήκαμε σαν ελατήρια και οι τρεις, εγώ, αδερφή, φουντωτή-αγγλίδα-σταρ, και αθόρυβα φορτώσαμε το αυτοκίνητο, να μην ξυπνήσει η Κλάρα. Σιγά που δεν θα ξύπναγε. Ούρλιαζε και μας κυνηγούσε, μόλις προλάβαμε άρον-άρον να μπούμε στο αυτοκίνητο.

Με τις ασφάλειες κατεβασμένες και τα παράθυρα σφαλισμένα, την έβλεπα απέξω να ωρύεται και να μου δείχνει για χιλιοστή φορά τα αιμοσταγή της δόντια. Η φουντωτή-αγγλίδα-σταρ την κοιτούσε με περιφρόνηση.

Και τότε Τόλμησα.

Κατέβασα το παράθυρο και με βροντοφώναξα θαρραλέα:


Ανέβασα γρήγορα το παράθυρο, σανίδωσα το γκάζι και γίναμε καπνός.


Παραμύθια για σκληρά παιδιά (Eng, Gr)

Photo by Y. Nara. Edited by V.T.

Photo by Y. Nara. Edited by V.T.

Η Κοκκινοσκουφίτσα μετακόμισε στη φωλιά του Λύκου.  Στη σπηλιά του αισθανότανε σπίτι της.  Μπορούσε να κάνει ό,τι θέλει και επιτέλους να είναι ο εαυτός της.  Δεν χώνευε κανέναν στο χωριό.  Προσπάθησαν αρκετοί να την κάνουν να γυρίσει πίσω.  Πρώτα η γιαγιά της.  Μετά ο Κυνηγός.  Και πολλοί άλλοι.  Αυτή ανένδοτη.  Είχε καταφέρει να γίνει φίλη με το Λύκο.  Και αυτό ήταν φαινόμενο. Τον τάιζε μέσα από τα χέρια της.  “Φύγε μακριά, τρέχοντας”.  Μα  οι φωνές τους ήταν ήχος του ανέμου στα αυτιά της.

Ώσπου ένα βράδι ο Λύκος γύρισε στη σπηλιά του και έφαγε την Κοκκινοσκουφίτσα.

Who’s afraid of the Big Bad Wolf?

Little Red Riding Hood moved in with the Wolf into his cave.  There she felt at home.  She could do anything she pleased and at last, be herself.  She never liked anybody in the village.  Many villagers tried to make her come back.  First her Grand Mother.  Then the Hunter.  And many others followed.  She was adamant.  She managed to become friends with the Wolf.  And that was a phenomenon.  She was feeding him with her hands.  “Go away, run for your life!”  Their shouts sounded like echoes of the wild wind in her ears.

And then, one night the Wolf went back to his cave and ate the Little Red Riding Hood.

And she lived inside him ever after.

And she lived inside him ever after.